Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

mating call


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο mating παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: call
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: mating, mate

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
mating n(animals: creating babies)ζευγάρωμα ουσ ουδ
 Mating is difficult for some animals like the hyena.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
mate n(animal: partner)ταίρι ουσ ουδ
  σύντροφος ουσ αρσ/θηλ
 The penguin recognized its mate nearly a year after last seeing it.
 Ο πιγκουίνος αναγνωρίσε το ταίρι του σχεδόν ένα χρόνο από όταν το είδε τελευταία φορά.
mate nUK, AU, informal (friend)φίλος, φίλη ουσ αρσ, ουσ θηλ
 (καθομιλουμένη)φιλενάδα ουσ ουδ
 (καθομιλουμένη)φιλαράκι ουσ ουδ
 (μτφ: μεταξύ αντρών, προσφώνηση)αδερφός, αδελφός ουσ αρσ
 Tom's best mate, Dan, came to visit.
 Ο καλύτερος φίλος του Τομ, ο Νταν, ήρθε για επίσκεψη.
mate interjUK, AU, informal (term of address for male friend)φίλος ουσ αρσ
  φιλαράκι ουσ ουδ
 "Alright, mate?" said Ben when he met Adam outside the cinema.
mate interjUK, AU, informal (term of address for a male)φίλε ουσ αρσ
  μεγάλε επίθ ως ουσ
 Excuse me, mate, you've dropped your wallet!
mate vi(animals: have sex)ζευγαρώνω ρ αμ
 The two squirrels mated in the tree.
 Οι δύο σκίουροι ζευγάρωναν στο δέντρο.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
mate interj(checkmate)ματ ουσ ουδ άκλ
 Zoe put the king in check and said "Mate!".
mate n(sailor) (στο ναυτικό)αξιωματικός ουσ αρσ/θηλ
Σχόλιο: Υπάρχουν και πιο συγκεκριμένοι όροι, πχ second mate = ανθυποπλοίαρχος, chief mate = υποπλοίαρχος κλπ.
 Fred worked as the mate on the ship.
mate n(sexual partner, companion)σύντροφος ουσ αρσ/θηλ
 (καθομ, χαϊδευτικό)ταίρι ουσ ουδ
 (ανεπίσημο)παρτενέρ ουσ αρσ/θηλ άκλ
 Seth quit his job so he could spend more time with his children and his mate.
mate n(colleague, team member)συνάδερφος, συνάδελφος, συνεργάτης ουσ αρσ/θηλ
 (καθομιλουμένη: γυναίκα)συναδέρφισσα, συναδέλφισσα ουσ θηλ
 (λόγιος: γυναίκα)συνεργάτις, συνεργάτιδα ουσ θηλ
 Laura's work mate quit last week.
mate n(matching piece)ταίρι, ζευγάρι ουσ ουδ
 Paul matched each part to its mate.
mate,
maté
n
(drink: South American infusion) (ρόφημα)μάτε ουσ ουδ
 Mate is a popular drink in Paraguay.
mate vi(gears: engage)μπαίνω ρ αμ
 (επίσημο)συμπλέκομαι ρ αμ
 The mechanic needed to replace the transmission because the gears didn't mate anymore.
mate [sb] vtr(match)ζευγαρώνω ρ μ
 The matchmaker mated the pair to each other.
mate [sth] vtr(animals: breed)ζευγαρώνω ρ μ
 Mating bovines of different breeds produces offspring with increased fertility.
mate vtr(join, connect)συνδέω ρ μ
 The engineers mated the telephone system to a computerized information system.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
mate | mating
ΑγγλικάΕλληνικά
cabin mate n([sb] who shares ship's quarters)συνεπιβάτης, συνεπιβάτιδα ουσ αρσ, ουσ θηλ
  συνεπιβάτρια, συνεπιβάτισσα ουσ θηλ
chief mate n(nautical)υποπλοίαρχος ουσ αρσ/θηλ
first mate n(nautical)ύπαρχος ουσ αρσ/θηλ
fitter's mate nUK (mechanic's assistant)βοηθός μηχανικού ουσ αρσ/θηλ
running mate nUS (candidate for lesser of two linked offices)μη διαθέσιμη μετάφραση
Σχόλιο: δεν υπάρχει αντιστοιχία
 John McCain selected Sarah Palin as his running mate in the election.
second mate n(naval deputy) (ναυτικό)ανθυποπλοίαρχος ουσ αρσ/θηλ
 The captain relied heavily on his second mate's expertise to navigate them through the reef.
soul mate,
soulmate
n
informal ([sb] with whom you have deep affinity) (για φιλική σχέση)αδερφικός φίλος, αδερφική φίλη επίθ + ουσ αρσ, επίθ + ουσ θηλ
 (για σχέση γενικότερα)αδερφή ψυχή φρ ως ουσ θηλ
 Some people believe that each and everyone of us has a soul mate.
 Ορισμένοι πιστεύουν ότι ο καθένας έχει μια αδερφή ψυχή.
teammate,
team mate,
team-mate
n
(sport: fellow player) (αθλητικά)συμπαίκτης, συμπαίκτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
 After she scored the winning goal, Jana's teammates carried her around the field.
 Μόλις έβαλε το νικητήριο γκολ, οι συμπαίκτριες της Τζάνα την σήκωσαν στα χέρια και έκαναν τον γύρο του γηπέδου.
teammate,
team mate,
team-mate
n
mainly US (work: colleague) (εργασία)συνάδελφος, συνάδερφος ουσ αρσ/θηλ
  συνεργάτης, συνεργάτιδα ουσ αρσ, ουσ θηλ
 (επίσημο, λόγιο)συνεργάτις ουσ θηλ
 My teammate on the project is sick this week.
 Ο συνάδελφος, με τον οποίο έχουμε αναλάβει από κοινού το πρότζεκτ, είναι άρρωστος αυτή την εβδομάδα.
teammate,
team-mate,
team mate
n
figurative (partner)συνεργάτης, συνεργάτιδα ουσ αρσ, ουσ θηλ
 Parents should be teammates instead of fighting each other.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση mating call στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «mating call».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!